Η πρώτη οφθαλμολογική εξέταση του παιδιού πρέπει να γίνεται υποχρεωτικά, από την πρώτη κιόλας στιγμή της γέννησής του στο μαιευτήριο. Η εξέταση του νεογνού αφορά την ανατομική ακεραιότητα, το μέγεθος, το σχήμα και τη θέση των δύο ματιών. Επίσης, ελέγχεται η διαύγεια, το μέγεθος και η συμμετρία των δύο κερατοειδών, το δακρυϊκό σύστημα, οι κόρες των οφθαλμών και το φωτεινό αντανακλαστικό του βυθού. Η οφθαλμική κινητικότητα στο νεογνό είναι περιορισμένη και ασταθής και δεν αξιολογείται μέχρι τους πρώτους μήνες της ζωής του. Η έγκαιρη διάγνωση και αντιμετώπιση συγγενών οφθαλμικών διαταραχών ή ασθενειών είναι πολύ σημαντική προκειμένου να εξασφαλιστεί η σωστή ανάπτυξη της όρασης. Ιδιαίτερη σημασία θα πρέπει να δοθεί στα μωρά εκείνα που γεννήθηκαν πρόωρα, με πολύ μικρό βάρος ή όσων οι μητέρες είχαν ερυθρά, αφροδίσια νοσήματα, AIDS, ή ιστορικό κατάχρησης ουσιών ή άλλων ιατρικών προβλημάτων κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης. Επίσης, η παρουσία μεγάλου διαθλαστικού σφάλματος (μυωπία, υπερμετρωπία, αστιγματισμός) ή ένα οικογενειακό ιστορικό κάποιας ασθένειας, ενός στραβισμού ή άλλων συγγενών ασθενειών θέτουν σε κίνδυνο την όραση του νεογέννητου και, αν δεν αντιμετωπισθούν έγκαιρα, μπορεί να αφήσουν μόνιμα προβλήματα σε όλη του τη ζωή.
Από τον πρώτο μήνα πρέπει να εξετάζεται κάθε παιδί με ιστορικό προωρότητας καθώς και με υπόνοια συγγενούς καταρράκτη.
Μετά τον τέταρτο μήνα, εάν το βρέφος δεν παρακολουθεί ένα φωτεινό στόχο ή ένα παιχνίδι ή το πρόσωπο της μητέρας του καθώς κινείται, εάν εμφανίζει νυσταγμό ή στραβισμό, καθώς και έντονη φωτοφοβία, χρειάζεται οφθαλμολογική εξέταση.
Η δεύτερη εξέταση πρέπει να πραγματοποιείται στο παιδί στους έξι μήνες. Η εξέταση αυτή θα πρέπει να γίνεται με σχολαστικότητα προκειμένου να εντοπισθούν μεγάλοι ή άνισοι βαθμοί, ανάμεσα στα δύο μάτια, μυωπίας, υπερμετρωπίας ή αστιγματισμού. Ελέγχεται επίσης η οφθαλμική κινητικότητα και η ύπαρξη άλλων τυχόν προβλημάτων. Τα προβλήματα αυτά δεν είναι συχνά, αλλά είναι πολύ σημαντικό να τα εντοπίσει κανείς σε αυτή την ηλικία. Η ανάπτυξη της όρασης και τα προβλήματά της είναι πιο εύκολο να διορθωθούν, εάν η αντιμετώπισή τους ξεκινήσει νωρίτερα.
Η τρίτη εξέταση πραγματοποιείται όταν το παιδί είναι περίπου 3 ετών και δεν έχει παρουσιαστεί πρωτύτερα κάποιο πρόβλημα. Η ηλικία αυτή είναι η πιο κατάλληλη, αφού το παιδί μπορεί να συνεργαστεί με τον οφθαλμίατρο και να γίνει μία πιο λεπτομερής εξέταση της οπτικής οξύτητας. Έτσι, θα είστε σίγουροι ότι η όραση έχει αναπτυχθεί φυσιολογικά και δεν υπάρχει κάτι που θα τη δυσκολέψει. Εάν χρειαστεί, το παιδί θα φορέσει γυαλιά ή θα κάνει κάποια θεραπεία.
Η τέταρτη εξέταση, εκτός και αν ο οφθαλμίατρος έχει συμβουλέψει διαφορετικά, θα πρέπει να γίνει σε ηλικία 5 ετών. Στην ηλικία αυτή, θα συγκριθούν τα αποτελέσματα από τις προηγούμενες εξετάσεις κι έτσι θα γνωρίζετε πόσο έχει αναπτυχθεί η όραση του παιδιού σας για το επόμενο κρίσιμο βήμα προς τη σχολική ηλικία.
|